Έτσι και φέτος 1952 ή 53, ήρθε το «φαξ» στον πατέρα μου στον Ξερόκαμπο, από την αδελφή του, την αγαπημένη μου θεία Ταξιαρχούλα, να κάνω και φέτος τη μεταφορά στη Νυφίδα τα πράγματα. Ο σοφράς, το φανάρι, το καζάνι στο πρώτο δρομολόγιο. Έφτασα στην κατρακύλα (μαχαλάς) ξυπόλυτος και μόνιμα τα δαχτύλια και τα γόνατά μου ματωμένα. Η γαϊδάρα σαμαρωμένη, φορτώθηκε για το δρομολόγιο, μαζί ένα τρίο εγώ, η γαϊδάρα και το γαϊδουράκι της που έτρεχε μαζί χαρούμενο και βύζαινε όταν κάναμε μία στάση. Περάσαμε από το Μέραγα του Τσισμέ – δεν υπάρχει πια, ανηφορίζοντας η Γρύπα, το κολονάκι των Τούρκων. Τίποτα δεν θυμίζει το παρελθόν. Στη συνέχεια ένας τοίχος μπινιάς με τρύπες (δεν υπάρχει πια). Συνέχεια δεξιά το νεκροταφείο των Τούρκων δεν υπάρχει πια. Κατηφορίζοντας ένα καλντερίμι (τουσμές) για τη κουλτζάνα –έργο τέχνης-, το σκέπασαν με μπετόν. Εδώ το τρίτο δημοτικό χάλασαν, το πλακόστρωτο θα άφηναν;

 

Φτάνοντας τη κουλτζάνα, κάποτε έτρεχε δροσερό νερό, δεν τρέχει πια. Συνέχεια του λιοτόπ της Δημοσθήδενας. Το είχε φυτέψει ο παππούς μου το 1907-8. Φτάνοντας στο τρίστρατο, Σαραντέλ γι αμπουλάδις βλέπει το γαλάζιο του κόλπου μας (έργο Θεού και φύσης) μοναδικό, δεν το χορταίνει το μάτι σου.

 

Στον Κατήγορο ή τσισμές του νταρατζίκ με γούρνα και μπόλικο νερό. Εκεί δροσιζόμασταν οι πεζοπόροι μαζί και τα ζώα. Τώρα δεν υπάρχει πια. Στη βρύση αυτή είχε μόνιμα μέλισσες, σφήγκες και μπάμπουρες, να ξεδιψάσουν ήθελαν κι αυτά! Ήταν μια στάση όπως του «Λεβέντη» πηγαίνοντας για Λαμία.

 

Γέροι με βράκες και τραγιάσκες, γιαγιάδες με βρακιά και τσεμπέρια, άλλες εποχές. Ψιλ τα βνάρια ή τοποθεσία (όνομα κι αυτό..). Κατεβαίνοντας έβλεπα να καίνε τις αστβές οι Αγρίτες για να ξαναφυτρώσουν για τα ζώα.

 

Φτάνοντας στον βράχο είχε ένα καφενείο του Αγοραστού –δεν υπάρχει πια-. Εκεί μύρισα την αλμύρα της θάλασσας, το δροσερό αεράκι. Δεξιά δρόμος για τη Σκάλα δεν υπήρχε. Αριστερά η Νυφίδα –δρόμος δεν υπήρχε. Το πλακόστρωτο δεν υπήρχε, παρά μια αμμουδιά γεμάτη καβαλίνες και βινές ή βιρβιτσίλες, από τα ζώα.

 

Και εγώ ξυπόλητος γιατί τα «σπορτέξ» ή «νάικ», ή τα «τίμπερλαντ» δεν μου τα είχε φέρει ο ταχυδρόμος (Ανδρέας Ανδρεαδέλης).

 

Πρώτα, ο κοκκώνης με τη κοριτσόμανι δεν υπήρχε, το πρώτο καφενείο δεν υπήρχε, ο Γρηγόρης δεν υπήρχε, ο Γιώτης δεν υπήρχε.

 

Φτάνοντας στου Βγενά, φλας αριστερά για το σπίτι, ένα πυργέλ με μία φρύτζα μπροστά για ίσκιο. Ξεφόρτωνα το φορτίο και γύρναγα για το δεύτερο δρομολόγιο, τα στρώματα, τα παπλώματα και ό,τι χώραγε κατασάμαρα. Το ίδιο δρομολόγιο. Καθόμουνα 2-3 μέρες παίζοντας όλη μέρα στον γυαλό και τα πρωινά για μποσάκι στου Λιάκου και του Γιωργαντά τις τράτες.

 

Κάθε πρωί πέρναγε ο Ιγνάτης Σαμαράς ερχόμενος από το Αμμούδι με δυο κοφίνια στον γάιδαρο φορτωμένα ψάρια σπάρους, χιώνες κλπ. Τα μπερεκέτια αυτά χάθηκαν. Το «φαξ» ερχόταν από τον πατέρα μου: «Αδελφή, στείλε τον μικρό πίσω!». Φοβότανε μη πνιγώ γιατί μπάνιο δεν ήξερα.

 

Υ.Γ. Στο αμπέλι είχε πεπόνια, καρπούζια, μπάμιες, μελιτζάνες, έκοβα τις «πάπιες», τα ξυλάγγουρα πρώτα. Στο πηγάδι πολλά λουλούδια, μαϊντανός, δυόσμος, σέλινο. Εκανα μια αναδρομή στο παρελθόν, το 2014. Πιστεύω να σας άρεσε…